ΠΑΣΟΚ

Ομιλία στην 42η επέτειο από την Ίδρυση του ΠΑΣΟΚ

Κλείνουμε σήμερα 42 χρόνια από τη γέννηση του Κινήματος μας και 20 ολόκληρα χρόνια από τότε που ο Ανδρέας Παπανδρέου έφυγε από κοντά μας

Το ΠΑΣΟΚ υπάρχει και μπορεί να θυμάται.

Το ερώτημα είναι αν μπορεί να δρα, να αλλάζει, να ανατρέπει, να ανοίγει νέους δρόμους. Αν μπορεί να ανταποκριθεί στις ανάγκες μιας νέας εποχής. Αν μπορεί να υπηρετήσει ξανά, με τον τρόπο που το καταξίωσε στην διαδρομή τεσσάρων δεκαετιών, το λαό και τη πατρίδα.

Αν τελικά μπορεί να ανταποκριθεί

στο Αίτημα των Καιρών

Είναι η ώρα να μιλήσουμε για το Χθες, το Σήμερα, το Αύριο της Δημοκρατικής Προοδευτικής Παράταξης.

Θα μου επιτρέψετε μια γενική επισήμανση:

Για κόμματα και παρατάξεις που ριζώνουν βαθειά στη δημόσια ζωή και επιδεικνύουν αντοχές σε διαδρομές δεκαετιών, μια ήττα ακόμη κι αν πάρει διαστάσεις πανωλεθρίας δεν συνεπάγεται αυτόματα και την εξαφάνισή τους. Ιδιαίτερα όταν δεν εξαφανίστηκαν οι αιτίες και τα προτάγματα που τα γέννησαν. Από την άλλη μεριά, βεβαίως, στις μεγάλες αλλαγές των ιστορικών κύκλων, στην αλληλουχία των εποχών, αλλάζουν ριζικά και πολιτικά συστήματα και κόμματα και θεσμοί. Αλλάζουν κυρίως και προσαρμόζονται γρηγορότερα - επειδή είναι στο DNA τους - οι πολιτικοί σχηματισμοί που εκφράζουν την πρόοδο και τολμούν τις αλλαγές και τις μεταρρυθμίσεις που απαιτούνται.

Θεώρησα αυτή την εισαγωγή αναγκαία για να κάνω μια μικρή ιστορική υπενθύμιση. Η δημοκρατική προοδευτική παράταξη στη χώρα μας με ρίζες στον Μακρυγιάννη και την 3η Σεπτεμβρίου 1843 άλλαζε πάντοτε μορφή, έκφραση και οργάνωση. Δεν έχανε, όμως, το νήμα που τη συνδέει με τις αρχές και τις αξίες της στο πέρασμα των εποχών. Το κόμμα του Χαρ. Τρικούπη αφού πέτυχε την πρώτη ουσιαστικά συγκρότηση του νεοελληνικού κράτους ηττήθηκε το 1896. Η ιδέα του εκσυγχρονισμού κα η προσήλωση στην κοινοβουλευτική δημοκρατία όμως, επέζησαν της ήττας. Το κόμμα των Φιλελευθέρων αφού δημιούργησε τη Μεγάλη Ελλάδα και πέτυχε σημαντικό μέρος του αστικού εκσυγχρονισμού ηττήθηκε το 1932. Οι αγώνες του, όμως, για δημοκρατία και πρόοδο βρήκαν εύφορο έδαφος και μετά το μεγάλο πόλεμο. Η Ένωση Κέντρου και η ΕΔΑ στις μετεμφυλιακές συνθήκες του κράτους της Δεξιάς με πρόσταγμα τη δημοκρατία έφθασαν στην άνοιξη του '64 για να ανακοπεί η πορεία τους από τη χούντα των συνταγματαρχών. Τα αιτήματα της ανεξαρτησίας, της λαϊκής κυριαρχίας, της υπέρβασης του εμφυλίου, όμως, δεν έπεσαν στο κενό. Το ΠΑΣΟΚ παρέλαβε τη σκυτάλη.

Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι το ΠΑΣΟΚ δεν γεννήθηκε σε μια ιστορική στιγμή οργής, αγανάκτησης, και τυφλής διεκδίκησης φοβισμένων και απελπισμένων πολιτών που οδηγούνται στο όριο της κοινωνικής σύγκρουσης και της εμφυλιοπολεμικής διαμάχης. Υπήρξε προϊόν κοινωνικής διεργασίας και πολιτικής διεκδίκησης δεκαετιών. Ένωσε κάτω από την ίδια στέγη τις δυνάμεις της εθνικής αξιοπρέπειας, του δημοκρατικού εκσυγχρονισμού και της πολιτικής χειραφέτησης:

■ το κυρίαρχο ρεύμα του πολιτικού φιλελευθερισμού και της

ολοκλήρωσης του αστικού εκσυγχρονισμού

■ το διάχυτο σε όλους τους χώρους των προοδευτικών κινήσεων και

κομμάτων ρεύμα σοσιαλιστικών ιδεών

■ το ισχυρό τμήμα της παραδοσιακής αριστεράς που χειραφετημένο

από τα αδιέξοδα δόγματα και τραύματα του εμφυλίου ζητούσε

χώρο έκφρασης και Δημοκρατικής δράσης

Η γέννηση του ΠΑΣΟΚ κάτω από την εθνική επαγγελία του Α. Παπανδρέου και την ιδρυτική του Διακήρυξη αποτέλεσε ώριμο τέκνο των καιρών καθώς αυτά τα ιστορικά ρεύματα συναντούσαν τη θετική επιδίωξη της λαϊκής πλειοψηφίας για κοινωνική δικαιοσύνη και τη θέληση της γενιάς του αντιδικτατορικού αγώνα για να αλλάξουν τα πράγματα στη χώρα. Το ΠΑΣΟΚ γεννήθηκε ως Κεντροαριστερά.

Αυτό το ΠΑΣΟΚ κυριάρχησε καθόλη σχεδόν τη διάρκεια του ιστορικού κύκλου της Μεταπολίτευσης. Οδήγησε τη χώρα στην ΟΝΕ και το ευρώ. Επέφερε σημαντικές προοδευτικές μεταρρυθμίσεις. Διαμόρφωσε καλύτερες συνθήκες ζωής.

Διαχρονικά εγγυήθηκε την ενότητα του έθνους, την προσήλωση στη δημοκρατία, την προοδευτική εξέλιξη της χώρας και την ευημερία του λαού.

Η ήττα στις διπλές εκλογές του 2012 έβαλε τέλος σ' αυτή την πορεία. Ακριβώς τη στιγμή που αλλάζει η εποχή και η χώρα οφείλει να προσδιορίσει τους νέους εθνικούς της στόχους

Γι' αυτό στις επόμενες εκλογές όποτε και να γίνουν δεν μας ταιριάζει να διεκδικήσουμε μια αύξηση κάποιων μονάδων ή ένα έστω διψήφιο ποσοστό ή να βγούμε τρίτη δύναμη. Με όσα ζήσαμε και ζούμε τα τελευταία χρόνια οφείλουμε να διεκδικήσουμε και να απαιτήσουμε από το λαό να διορθώσει την ιστορική ανορθογραφία του '12. Το δικαιούμαστε αλλά περισσότερο από μας το δικαιούνται οι Έλληνες και η Ελλάδα για παρόν και το μέλλον.

Σήμερα, 42 χρόνια μετά, η ιστορία από την αναγκαία χρονική απόσταση πια μπορεί να κάνει έναν ακριβοδίκαιο απολογισμό για την πολυκύμαντη διαδρομή της παράταξης που ίδρυσε ο Ανδρέας Παπανδρέου

Ποια Ελλάδα παρέλαβε το '81 και ποια παρέδωσε το 2004;

■ Παρέλαβε μια χώρα

που άρχισε να κολυμπά χωρίς σωσίβιο στην ΕΟΚ

με ατελή δημοκρατία

με απαράδεκτη και άνιση κατανομή του πλούτου

με αναχρονιστικές και ξεπερασμένες κοινωνικές δομές

με αντιπροσωπευτικού θεσμούς τύποις παρόντες

με το λαό διχασμένο και την πλειοψηφία

των ελλήνων στο περιθώριο τους ιστορίας

■ Παρέδωσε μια χώρα που στάθηκε εθνικά περήφανη

που διεκδίκησε και κατέκτησε τη θέση της στην Ευρώπη

που ανέτρεψε το συσχετισμό δυνάμεων στην περιοχή

που απέκτησε κράτος πρόνοιας και θεσμούς με ουσιαστική δράση που ξεπέρασε κάθε διχαστική και μισαλλόδοξη σχέση του παρελθόντος που έδωσε στο λαό ψωμί, στον πολίτη δημοκρατία, στη χώρα ισχυρή θέση

■ Παρέδωσε μια χώρα έτοιμη να κάνει το ιστορικό άλμα εμπρός εφοδιασμένη με συγκεκριμένο και εγκεκριμένο πρόγραμμα σύγκλισης έτοιμη να αγωνιστεί για να μπει στο σκληρό πυρήνα τους Ένωσης, πρόγραμμα που με συνέπεια εφάρμοσαν οι κυβερνήσεις του Κώστα Σημίτη και του ΠΑΣΟΚ

■ και με μια υποσημείωση :

Είχε μεσολαβήσει σ' αυτά τα 15 χρόνια η τετραετία '89- '93 μια χαμένη εποχή για τον τόπο

Ας έλθουμε στο σήμερα. Μαύρα σύννεφα πυκνώνουν στον ελληνικό ορίζοντα καθώς πορευόμαστε σε ένα κόσμο τρικυμίας.

Ολοένα και περισσότερο το γεωπολιτικό περιβάλλον της χώρας καθίσταται ασταθές και επικίνδυνο καθώς εγκυμονεί νέες απειλές και αντιμετωπίζει δύσκολες προκλήσεις. Η εξελισσόμενη τουρκική κρίση, εισάγει τη γειτονική χώρα σε μια αδιευκρίνιστης διάρκειας και έντασης μεταβατική περίοδο, στο πλαίσιο της οποίας η επίλυση του κουρδικού με την ίδρυση κράτους στις νοτιοανατολικές παρυφές της Τουρκίας συμβαδίζει με τον υπαρκτό πια κίνδυνο να ζήσει η Δύση ένα δεύτερο Ιράν στα ευρωπαϊκά σύνορα. Θα ήταν ιστορική αφέλεια να αγνοήσει κανείς ότι είναι πάντα εφικτή μια έστω και πρόσκαιρη επιδείνωση των διμερών μας σχέσεων η ακόμη και στρατιωτικοπολιτική κρίση μικρής έντασης σε ένα τέτοιο περιβάλλον καθώς η αναθεωρητική των διεθνών συνθηκών στρατηγική της Άγκυρας μπορεί να δημιουργήσει ισχυρό αντίβαρο στα δυτικά της σύνορα. Η προσφυγική – μεταναστευτική κρίση, εφόσον εμπλέκει ένα ευρύ πλέγμα ελληνοτουρκικών και ευρωατλαντικών σχέσεων, υπερβαίνει τα όρια μιας μαζικής ανθρωπιστικής κρίσης. Αναδεικνύει αντικειμενικά κρίσιμα ζητήματα τόσο ασύμμετρης δημογραφικής ανατροπής στην Ευρώπη, όσο και εθνικής και περιφερειακής ασφάλειας. Η τρομοκρατική απειλή που διαρκώς διευρύνεται και οξύνεται, στο βαθμό μάλιστα που – έστω και ανεύθυνα – συνδέεται με τις προσφυγικές ροές απειλεί το δημοκρατικό και αλληλέγγυο χαρακτήρα του ευρωπαϊκού οικοδομήματος. Τέλος, οι κυρίαρχες σήμερα ευρωπαϊκές πολιτικές της λιτότητας και των ανισοτήτων, με τις όποιες δυστυχώς εδώ και πολλά χρόνια έχει συμβιβαστεί και η ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία, παρέχει ζωτικό χώρο για ξενοφοβικούς και ανεύθυνους λαϊκιστές και ενισχύει τις φασιζουσες και ακροδεξιές δυνάμεις. Η συνθήκη του Μάαστριχτ ως της συνταγής οικοδόμησης της ευρωπαϊκής ενοποίησης έχει ήδη αγγίξει τα όριά της. Η Ευρώπη της ελευθερίας, των δημοκρατικών αξιών και της ευημερίας παρακμάζει επικίνδυνα και προσδοκία μιας νέας τολμηρής και αποφασιστικής ηγεσίας που να την οδηγήσει σε νέα και προοδευτική κατεύθυνση δεν φαίνεται στον ορίζοντα.

Στους ζοφερούς αυτούς καιρούς η Ελλάδα παραμένει για έκτη χρονιά οικονομικά και κοινωνικά ασταθής, πολιτικά διχασμένη και διαπραγματευτικά αμελητέα. Κι όμως η σημερινή της θέση είναι απολύτως δυσανάλογη με τις βαρύτατες θυσίες που επωμίζεται ο λαός μας, καθώς και το ανάλγητο κόστος που καταβάλλουν οι πολίτες μας. Η σταδιακή αποδυνάμωση της χώρας συντελέστηκε την τελευταία δεκαετία και εδράζεται στην απουσία νέας και συγκροτημένης εθνικής στρατηγικής συμφωνημένης στην πράξη σε ότι αφορά τους εθνικούς στόχους από τις πολιτικές δυνάμεις. Η χώρα από το 1974 μέχρι το 2004 ακολουθώντας στρατηγική με ορίζοντα δεκαετίας ξεκίνησε με την αποκατάσταση της Δημοκρατίας και την ένταξη στην ΕΟΚ, συνεχίστηκε με την αλλαγή, την εθνική κυριαρχία και την ισότιμη ένταξη στους ευρωπαϊκούς θεσμούς και ολοκληρώθηκε με την ένταξη στην ΟΝΕ, το ευρώ και τη συμφωνία του Ελσίνκι. Έκτοτε η ανάγκη μιας νέας εθνικής γραμμής που εκκινεί από την εσωτερική ανασύνταξη και επαναπροσδιορίζει στις νέες συνθήκες τους εθνικούς στόχους δεν κατέστη δυνατό ούτε να μορφοποιηθεί, ούτε να αποτελέσει πεδίο συνάντησης, συνεννόησης και συναίνεσης των πολιτικών δυνάμεων.

Έτσι φτάσαμε σήμερα το πολιτικό μας σύστημα να δείχνει συμπτώματα ασυγχώρητου και εγκληματικού αυτισμού. Αντιπαρατίθεται λυσσαλέα και καιροσκοπικά για το χθες. Επιδεικνύει πλήρη αμηχανία και αδιέξοδο για το σήμερα. Αδυνατεί να ανοίξει νέους και αναγκαίους δρόμους για το αύριο. Ο κυνικός κομματισμός του σημερινού μικρού και ατελέσφορου «δικομματισμού» διχάζει το λαό και αποτρέπει την κατάκτηση ενός αναγκαίου όσο ποτέ κεκτημένου εθνικής συνεννόησης και ευθύνης. Το λάφυρο της κρατικής εξουσίας κατισχύει της εθνικής στρατηγικής με αποτέλεσμα στον ορίζοντα να μην διαφαίνεται φως. Είναι αισθητή και γίνεται ολοένα και πιο ορατή η έλλειψη ηγεσίας που έχει το σθένος, τον τρόπο και τη δύναμη να στρίψει το τιμόνι της χώρας σε νέα κατεύθυνση. Οι δυο σημερινοί μονομάχοι που μάχονται για την εναλλαγή στην Πρωθυπουργία μόνο την αναπαραγωγή της κρίσης μπορούν να εγγυηθούν και ουσιαστικά αυτήν προτείνουν.

Η κρίση απαιτεί σήμερα μια πραγματική ιστορική ανασύνθεση του προοδευτικού και δημοκρατικού χώρου. Με συνείδηση των δεδομένων και των προβλημάτων, με γνώση των ορίων μέσα στα οποία υποχρεώνεται να συντελεστεί και προπάντων με επίγνωση των συσχετισμών δυνάμεων. Σήμερα δεν υπάρχει ο διπολικός κόσμος και ο ψυχρός πόλεμος, δεν έχει υπόσταση και συνάμα παρέμβαση ο τρίτος κόσμος, δεν καθορίζονται εντός των ορίων των εθνικών κρατών οι οικονομικές εξελίξεις. Δεν έχουν την ίδια ευχέρεια προοδευτικές δυνάμεις να αναζητήσουν εναλλακτικές επιλογές, στρατηγικές συμμαχίες, διεθνή ερείσματα. Στον κόσμο της μιας υπερδύναμης και των διαμορφούμενων υπερεθνικών και εθνικών πόλων, της παγκοσμιοποιημένης οικονομίας και της κυριαρχίας του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου, τα δεδομένα απαιτούν άλλη στρατηγική. Όχι μια παραδοσιακή και τυφλή στρατηγική ρήξεων που οδηγεί τη χώρα στην κατάρρευση. Μια νέα ιστορική σύνθεση είναι αναγκαία. Και αφορά συνολικά την παγκόσμια διακυβέρνηση, την ευρωπαϊκή ενοποίηση και τη συμμετοχή της χώρας στο γίγνεσθαι της νέας τάξης πραγμάτων που βρίσκεται υπό διαμόρφωση.

«Σε μια κρίση, η πιο τολμηρή επιλογή είναι συχνά η πιο ασφαλής» συνήθιζε να λέει ο Κισινγκερ.

Η κρίση χρέους και η πολύχρονη ύφεση που βιώνουμε δεν αφαιρει απλώς κατακτημένα δικαιώματα. Συρρικνώνει την εθνική κυριαρχία πέρα από τους αποδεκτούς κανόνες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, περιστέλλει τη δημοκρατία και αποδιαρθρώνει την οργάνωση της κοινωνίας.

Γι'αυτό ακριβώς οι μεταρρυθμίσεις και οι ανατροπές που απαιτούνται ενέχουν τη δυναμική μιας νέα μεταπολίτευσης που επανατοποθετεί τη χώρα στον ευρωπαϊκό χάρτη, επανιδρύει την δημοκρατία και ανασυγκροτεί την κοινωνική οργάνωση .

Χρειαζόμαστε ένα τολμηρό και ριζοσπαστικό σχέδιο εξόδου από την κρίση ενταγμένο σε μια νέα εθνική επαγγελία.

Κι αυτό δεν είναι υπόθεση των οικονομολόγων και των τεχνοκρατών. Είναι ιστορική παρακαταθήκη της μεγάλης δημοκρατικής προοδευτικής παράταξης.

Ποιος θα αναλάβει λοιπόν την ιστορική ευθύνη να επαναδιαπραγματευτεί ιστορικά με τη Δύση τη θέση της χώρας στη κρίσιμη εξέλιξη των επόμενων δεκαετιών;

Ποιος θα αναλάβει την εσωτερική ανασύνταξη και την αναθεώρηση του μνημονίου για την γρήγορη έξοδο απ΄ αυτό;

Ποιος θα ενώσει ξανά σε συνθήκες εθνικής λαϊκής ενότητας, το λαό, θα του ανοίξει δρόμο ελπίδας και προοπτικής;

Αυτό είναι το ιστορικό χρέος της κατακερματισμένης και βρίθουσας από προσωπικές στρατηγικές, ιδιοτελείς επιδιώξεις και μικροκομματικές σκοπιμότητες δημοκρατικής προοδευτικής παράταξης. Το κενό που άφησε στη χώρα και το πολιτικό σύστημα είναι αδύνατο να καλυφθεί από τον αριστερό λαϊκισμό και την ιδιοτέλεια μιας τυχοδιωκτικής Αριστεράς που κυβερνά ή από τη δήθεν μεταρρυθμιστική στροφή που επιχειρεί να κρύψει τις πραγματικές προθέσεις για δεξιά παλινόρθωση, της νέας Δεξιάς.

Ας είμαστε, όμως ειλικρινείς.

Το ΠΑΣΟΚ της Μεταπολίτευσης αλλάζοντας στην πορεία της διαδρομής του δεν υπάρχει πια εδώ και χρόνια. Το θυμίζουν κάποιες φιγούρες στελεχών όχι ευκαταφρόνητες σε αριθμό και μια λαϊκή βάση πολύ ευρύτερη από το ποσοστό που το ψήφισε στις τελευταίες εκλογές, άστεγη και χαμένη στην κρίση. Πάντοτε στην προσδοκία να αναγεννηθεί εκ βάθρων η δημοκρατική προοδευτική παράταξη. Να εμφανιστεί με άλλα λόγια το Διάδοχο ΠΑΣΟΚ της νέας εποχής, όχι ως όνομα ή σύμβολα, όχι ως διαδοχή αρχηγών, αλλά ως το νέο το ριζοσπαστικό πολιτικό υποκείμενο που θα καθορίσει του όρους της νέας Μεταπολίτευσης και θα εκφράσει το χώρο της Κεντροαριστεράς.

Για τη μορφή, το σχήμα, τη δομή και κυρίως την πρόταση για έξοδο από την κρίση της ελληνικής κοινωνίας, πρέπει να ερωτηθεί, να συζητήσει και τελικά να αποφασίσει η ευρύτερη δυνατή βάση της παράταξης. Είναι κρίσιμη τόσο η πρωτοβουλία και η προσπάθεια που καταβάλει η Πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ όσο και τα βήματα που πρόκειται να ακολουθήσουν. Από την εκλογή του επικεφαλής που οφείλει να σηματοδοτήσει το εύρος και να οριοθετήσει την πραγματική βάση του νέου φορέα μέχρι το Συνέδριο που θα οριστικοποιήσει τις τελικές αποφάσεις θα εξαρτηθεί κατά μέγιστο μέρος η επιτυχία του εγχειρήματος.

Εμείς είμαστε εδώ, θα είμαστε εδώ, θα δώσουμε ξανά τη μάχη και θα νικήσουμε

Είναι το χρέος μας όχι απέναντι στους εαυτούς μας και τις προσωπικές μας επιδιώξεις αλλά απέναντι στην ιστορία και τη διαδρομή μας. Απέναντι στον ιδρυτή μας, έναν ηγέτη που και σήμερα έρχεται από το μέλλον. Και εν τέλει απέναντι στο λαό και την πατρίδα.